Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

προσωρινά, προσωρινώσprovisoriamente, temporariamente, temporiamente[Adv.]

μονιμότησ, μονιμότητα, σταθερότηταpermanência - προσωρινότησ, προσωρινότηταnatureza provisória - παροδικότησ, παροδικότηταAnicca[Dérivé]

αναπληρωματικόςem exercício, interino - βραχυχρόνιος, εφήμερος, παροδικόςde pouca duração, efémero, efêmero, passageiro, transitório - episódico - εξαφανιζόμενοσ, εφήμεροσ, παροδικόσevanescente, infinitesimal - fly-by-night (en) - αυτοσχέδιος, προσωρινόςimprovisado - interinidade, interino, precário - pro tem, pro tempore (en) - temporal (en) - δυνάμενοσ να περιορισθείamortizável, fixável, limitado, limitável, rescindível - working (en) - shipboard (en)[Similaire]

μόνιμοςduradouro, permanente[Ant.]

provisório  • temporário  • transitório  • προσωρινός (adj.)

-

 


   Publicidade ▼