Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

cálculo do momento oportuno, medição de tempoεπιλογή του κατάλληλου χρόνου, κατάλληλη στιγμή, συγχρονισμός, τάιμινγκ, χρονομέτρηση - futuroμέλλον, μελλοντικός - futurity (en)[Dérivé]

futuro, iminente, próximo, que está chegando, que está vindo, que vai acontecerερχόμενος, προσεχής - future day (en) - rápidoέγκαιρος, χωρίς καθυστέρηση - emergente - guardado, reservadoπου επιφυλάσσει το μέλλον, ως απόθεμα - prox, proximo (en)[Similaire]

passadoπαρελθών, περασμένος, προηγούμενος, πρωτύτερος, πρότερος, πρώην, τέως, τα περασμένα - presenteενεστώτας, νυν, τρέχων, τωρινός[Ant.]

futuro (adj.) • vindouro  • μελλοντικός  • μελλούμενος (adj.)

-

 


   Publicidade ▼