Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

επιλογή του κατάλληλου χρόνου, κατάλληλη στιγμή, συγχρονισμός, τάιμινγκ, χρονομέτρησηcálculo do momento oportuno, medição de tempo - pastness (en)[Dérivé]

__ago (en) - αρχαίοςantiga, vetusto - bygone, bypast, departed, foregone, gone (en) - chivalric, knightly, medieval (en) - early, former, other (en) - πρότεροσ, πρώηνanterior - προηγούμενος, πρώην, τέωςpassado, prévio, recente - histórico - περασμένος, προηγούμενοςpassado - αείμνηστος, μακαρίτηςfalecido, novo, recente - αρχαίοσ, παλαιόσ, περασμένοσantigo, passado, remoto, velho - πρόσφατοςoutro - προϊστορικόσ, προϊστορκόςpré-histórico - τότεentão - ult, ultimo (en)[Similaire]

ενεστώτας, νυν, τρέχων, τωρινόςpresente - μελλοντικός, μελλούμενοςfuturo[Ant.]

passado  • παρελθών (adj.) • περασμένος (adj.) • προηγούμενος (adj.) • πρωτύτερος (adj.) • πρότερος (adj.) • πρώην (adj.) • τέως (adj.) • τα περασμένα (adj.)

-

 


   Publicidade ▼