Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

risco[ClasseHyper.]

κίνδυνοςperigo; risco[ClasseHyper.]

pari (fr)[Classe]

police d'assurance (fr)[Thème]

(οικονομικός οργανισμός)(colocar), (colocação), (instituição financeira)[termes liés]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

επικινδυνότητα, κίνδυνοςameaça, perigo, risco[Hyper.]

θέτω σε κίνδυνοarriscar, comprometer, expor à, pôr em perigo - διακινδυνεύω, παίρνω ρίσκο, ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω, το παίζω κορόνα γράμματαarriscar, arriscar-se, arriscar-se a - ρισκάρω, ριψοκινδυνεύωarriscar, arriscarse, arriscar-se, aventurar, aventurar-se - ρισκάρω, ριψοκινδυνεύωarriscar - απειλώ, διακινδυνεύω, θέτω σε κίνδυνοarriscar, pôr em perigo, pôr em risco - επικίνδυνοςperigosa, perigoso - νοσηρόςarriscado, delicado, periculoso, perigoso[Dérivé]

occupational hazard (en) - health hazard, health risk (en) - sword of Damocles (en) - surrisque (fr) - risco moral[Spéc.]

επικίνδυνη, επικίνδυνο, επικίνδυνοςperigosa, perigoso[Cont.]

dangereux (fr)[QuiCAuse]

multiple-risk (en) - ρισκάρω, ριψοκινδυνεύωarriscar - risquer (fr) - θέτω σε κίνδυνοarriscar, comprometer, expor à, pôr em perigo - διακινδυνεύω, παίρνω ρίσκο, ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω, το παίζω κορόνα γράμματαarriscar, arriscar-se, arriscar-se a - ρισκάρω, ριψοκινδυνεύωarriscar, arriscarse, arriscar-se, aventurar, aventurar-se - απειλώ, διακινδυνεύω, θέτω σε κίνδυνοarriscar, pôr em perigo, pôr em risco[Dérivé]

ameaça (n.) • perigo (n.m.) • risco (n.m.) • κίνδυνος (n.)

-

 


   Publicidade ▼