Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

degré le plus haut (fr)[ClasseHyper.]

(máximo)[Caract.]

(καταπληκτική επιτυχία)(êxito; àxito; sucesso esmagador)[termes liés]

(ανδραγάθημα; άθλος; κατόρθωμα)(hino), (glória; fama), (desempenho; façanha)[termes liés]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

βαθμός, επίπεδοápice, fase[Hyper.]

ανεβάζω, προβιβάζω, σηκώνω, υψώνωelevar, erguer, levantar, promover - κορυφώνομαι, φτάνω στην κορυφή, φτάνω στο ανώτατο σημείοatingir o máximo - προάγω, προβιβάζωpromover - ξεπερνώ, υπερβαίνωavançar, exceder, transcender - διάγω, ηγούμαι, περνώlevar - meridian, prime (en) - μέγιστοσo maior, superior[Dérivé]

 


   Publicidade ▼