Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

chattels, worldly belongings, worldly goods, worldly possessions (en) - ratables, rateables (en) - hereditament (en) - Propriedade Intelectualδιανοητική ιδιοκτησία - communal estate, community property, community property regime, joint estate of husband and wife (en) - propriedade mobiliária, propriedade pessoalκινητή περιουσία, προσωπική περιουσία - coisasπράγματα, προσωπικά αντικείμενα - bem imóvel, ben imóvel, imobiliáriaακίνητη περιουσία - direito comum de usufruto, terra comum - landholding (en) - salvadosυλικό που έχει διασωθεί - participaçãoεταιρική συμμετοχή - church property, spirituality, spiritualty (en) - νοικιασμένο - vendaαντάλαγμα έναντι πληρωμήσ - propriedade pública - bem, possessão, riquezaπλούτη - bem, bens, bens de raiz, fazenda, haveres, herança, Património, patrimônio, propriedadeαντικείμενα, περιουσία, προσωπικά είδη, υπάρχοντα - herança - stockholding, stockholdings (en) - διαπίστευμα, κεφάλαια διαχείρισης - drusxtvena svojina (sr) - material possession, tangible possession (en)[Spéc.]

savings balance (en) - haver, terέχω - pertencer a, ser aανήκω[Dérivé]

possessão (n.) • Propriedade (n.) • tralha (n.) • άχρηστα αντικείμενα (n.) • αγαθά (n.) • ακίνητη περιουσία  • ιδιοκτησία (n.) • μέσα (n.) • περιουσία (n.) • υπάρχοντα (n.)

-

 


   Publicidade ▼