Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

διαστάσεις, μεγάλο μέγεθος, χώρος, όγκοςgrandeza, magnitude, medida - μικρότηταpequenez - smallness (en)[Dérivé]

μικροσκοπικόςdiminuto, nanico, pequenino - αποσπασματικόςdescozido, muito pequeno - dinky (en) - νανώδησanão, baixo, nanico, pequeno - elfin, elflike (en) - gnomish (en) - half-size (en) - σχολαστικός - λιγότερο σημαντικός, μικρότεροςmenor - micro (en) - μικροσκοπικός, σε μικρογραφίαdiminuto, em miniatura - εικονικός, κλασματικός, μικροσκοπικός, συμβολικόςmínimo, minúsculo, nominal - μικρού μεγέθους, τσέπηςde bolso - débil, franzino - ελάχιστος, λιγοστός, μικρός, πενιχρόςescasso, esguio, pequeno - μικρότεροσ - μικρούλησ - small-scale (en) - κάτω του κανονικού μέγεθουσsubdesenvolvido - atomic (en) - subatômico - microscopic, microscopical (en) - olive-sized (en)[Similaire]

μεγάλος, μεγάλος σε μέγεθοςalto, grande[Ant.]

pequena (adj.) • pequeno (adj.) • ελάχιστος (adj.) • λίγος (adj.) • μικροσκοπικός (adj.) • μικρός (adj.)

-

 


   Publicidade ▼