Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

personne qui contredit qqch ou qqn (fr)[Classe]

adversaire : personne en lutte contre qqn ou qqch (fr)[Classe]

personne défavorable, en désaccord avec (fr)[Classe]

partisan de parti politique (fr)[Classe]

personne en lutte contre qqch (fr)[Classe]

person (en)[Domaine]

Human (en)[Domaine]

άνθρωπος, άτομο, ανθρώπινο ον, θνητός, τύποςduše, individuum, jednotlivec, lidský tvor, osoba, smrtelník[Hyper.]

αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι, διαμαρτύρομαι, εναντιώνομαιnamítat, protestovat[PersonneQui~]

postavit se - αντικρούω, αντιμάχομαι, αντιτίθεμαι, καταπολεμώbýt proti, oponovat - αντιμάχομαι, αντιπαλεύω, αντιτίθεμαιodporovat, oponovat - αντιτίθεμαι, εναντιώνομαιpostavit se - αντιστέκομαι, αντιστέκομαι σεodolat, překazit, vzdorovat - ανταγωνισμός, ανταγωνιστικότητα - antagonismus - ανταγωνισμός, εχθρότηταantagonismus, antagonizmus, nepřátelství, nevůle - contrário, oposto (pt) - obrácený, opačný[Dérivé]

agonist (en)[Ant.]

μονομάχοσ - οι αντίπαλοι, οι ανταγωνιστέςnepřítel, odpůrce, protivník - Luddismo (pt) - withstander (en) - Anticristo (pt)[Spéc.]

postavit se - αντικρούω, αντιμάχομαι, αντιτίθεμαι, καταπολεμώbýt proti, oponovat - αντιμάχομαι, αντιπαλεύω, αντιτίθεμαιodporovat, oponovat - αντιτίθεμαι, εναντιώνομαιpostavit se - αντιστέκομαι, αντιστέκομαι σεodolat, překazit, vzdorovat - ανταγωνισμός, εχθρότηταantagonismus, antagonizmus, nepřátelství, nevůle - antagonismus - ανταγωνισμός, ανταγωνιστικότητα[Dérivé]

agonist (en)[Ant.]

odpůrce (n.) • politický oponent (n.) • protihráč (n.m.) • protivník (n.m.) • sok (n.) • soupeř (n.) • αντίπαλος (n.) • ανταγωνιστής (n.)

-

 


   Publicidade ▼