Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

Eurafrican (en) - Eurasian (en) - senhor em hindi - Celta, CeltasΚέλτης - Francos - Teuton (en) - albanés, albanês, Albaneses - κάτοικος της Ανδόρρας - austríaca, austríaco, AustríacosΑυστριακή, Αυστριακός - bascoΒάσκος - BelgaΒέλγος, Βελγίδα - búlgara, búlgaro, BúlgarosΒουλγάρα, Βούλγαρος - belorusso, bielorrusso, bielo-russoΛευκορώσα or Λευκορωσίδα, Λευκορώσος, λευκορωσικά - cipriotaΚύπρια, Κύπριος - checoslovaco, tcheco, tchecoslovaco - Tcheca, Tchecas, Tcheco, TchecosΤσέχα, Τσέχος - Eslovaco, EslovacosΣλοβάκος - danês, Dinamarquês, dinamarquesa, DinamarquesesΔανή or Δανέζα, Δανός or Δανέζος, δανέζικος, δανικός - bretão, britânicoΒρεταννός, Βρετανός, Βρεττανή, Εγγλέζος - angla, anglo, anglos - saxões - jutos - lombardo, Lombardos - filandesa, Finlandês, FinlandesesΦινλανδέζα, Φινλανδή, Φινλανδός - letão, letona - lituano - FrancêsΓάλλος - Balkan (en) - Cretan (en) - grega, gregas, grego, GregosΈλληνας, Ελληνίδα - Holandês, neerlandêsΟλλανδός, ολλανδική, ολλανδικό, ολλανδικός - húngara, húngaras, húngaro, húngarosΟυγγαρέζα, Ουγγαρέζος, Ούγγρος or Μαγυάρος - islandêsΙσλανδή or Ισλανδέζα, Ισλανδός - irlandês - italiana, italianas, italiano, italianosΙταλίδα, Ιταλός - romana, romanoΡωμαίος - lapônio - κάτοικος του Λιχτενστάιν - luxemburguêsΛουξεμβουργιανός, Λουξεμβούργιος - macedônicoΜακεδόνας - monegascoΜονεγάσκος - Norueguês, norueguesa - polaco, Polacos, polonês, polonêsaΠολωνέζος, Πολωνίδα, Πολωνός - português, portuguesa, PortuguesesΠορτογάλος, Πορτογαλέζος, Πορτογαλίδα - romena, romenoΡουμάνος - κάτοικος του Σαν Μαρίνο - Escandinavo - escocês, escocesaΣκωτσέζος - eslovenoΣλοβένος - Espanhol, espanholaΙσπανός - sueca, sueco, SuecosΣουηδή, Σουηδός - Ουκρανός-ή - galês - alemãoΓερμανίδα, Γερμανός - Gibraltarian (en) - eslovena, eslovenoΣλοβένος - iugoslavo, JugoslavoΓιουγκοσλάβος - boêmioΒοημός - Dalmatian (en) - Θρακιώτης - Trácios - Tyrolean (en) - maltês - Grecian (en) - Iberian (en)[Spéc.]

europeia (n.f.) • Europeu (n.) • ευρωπαίος (n.)

-

 


   Publicidade ▼