Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

observador (pt)[ClasseHyper.]

testemunha (pt)[Classe]

divákθεατής; μάρτυρας συμβάντος[Classe]

person (en)[Domaine]

Human (en)[Domaine]

duše, individuum, jednotlivec, lidský tvor, osoba, smrtelníkάνθρωπος, άτομο, ανθρώπινο ον, θνητός, τύπος[Hyper.]

čít, vnímat, vycítit, vytušitνιώθω, νοιώθω - konstatovat - spatřit, uzřít, vidětαντικρίζω, βλέπω, διακρίνω - najít, objevit, odhalit, odkrýt, zjistitανακαλύπτω, αντιλαμβάνομαι, αποκαλύπτω, βρίσκω τυχαία, εντοπίζω, ξεγυμνώνω - dívat se, dohlédnout, dohlížet, doplňovat podrobnostmi, nespustit z očí, pozorně sledovat, pozorovat, sledovatπαρακολουθώ, παρατηρώ, παρατηρώ προσεκτικά, προσέχω, σε βάθος ψάχνω, φροντίζω, ψάχνω σε βάθος[Dérivé]

eyeglass wearer (en) - nálezce, objevitel - posluchačακροατήσ - audile (en) - motile (en) - noticer (en) - seer (en) - svědek - εικονιστήσ, οραματιστήσ - svědekμάρτυρας[Spéc.]

čít, vnímat, vycítit, vytušitνιώθω, νοιώθω - konstatovat - spatřit, uzřít, vidětαντικρίζω, βλέπω, διακρίνω - najít, objevit, odhalit, odkrýt, zjistitανακαλύπτω, αντιλαμβάνομαι, αποκαλύπτω, βρίσκω τυχαία, εντοπίζω, ξεγυμνώνω - dívat se, dohlédnout, dohlížet, doplňovat podrobnostmi, nespustit z očí, pozorně sledovat, pozorovat, sledovatπαρακολουθώ, παρατηρώ, παρατηρώ προσεκτικά, προσέχω, σε βάθος ψάχνω, φροντίζω, ψάχνω σε βάθος[Dérivé]

pozorovatel (n.) • παρατηρητής (n.)

-

 


   Publicidade ▼