Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

θαυμαστής, λάτρηςctitel, obdivovatel - αρραβωνιαστικά, αρραβωνιαστικός, μνηστήsnoubenec, snoubenka - αγόρι, εραστής, ερωτικός σύντροφοςchlapec, frajer, galán, hoch, kamarád, kluk, milý, přítel - αγάπη, αγαπημένοςanděl, bobek, brouček, drahoušek, favorit, lásko, oblíbenec, potěšení, pusa, zlato - děvče, dívka, holka - idoliser, idolizer (en) - ερωμένηmilenka - miláček - kisser, osculator (en) - necker (en) - θωπευτήσ, χαϊδεύων - Romeo (en) - επιστήθιοσ φίλοσ - squeeze (en) - γκόμενα, γκόμενοσ, η αγαπημένη, ο αγαπημένοςbonbon, miláček - άνδραςmuž - έρωτας, αγάπη, αγαπημένο πρόσωπο, αγαπημένος, αγαπητός, αξιαγάπητο άτομο, αξιαγάπητος, γλυκέ μου, γλυκιά μου, γλύκα!, γλύκα μου, η αγαπημένη, κανακάρης, μωρό, ο αγαπημένος, πρόσωποdrahoušek, drahý/drahá, láska, milá, miláček, milý, poklad, zlatíčko[Spéc.]

αγαπώ, ποθώmilovat - milovat - cultuar, desfrutar, encantar, gostar muito, gozar (pt)[Dérivé]

milenec (n.) • εραστής (n.) • πρόσωπο (n.)

-

 


   Publicidade ▼