Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

σημαντικάimportantemente - significativamente[Adv.]

σημασίαimportância, magnitude[Dérivé]

κρίσιμοςdecisivo - alpha (en) - beta (en) - grande, importante - βασικός, θεμελιώδης, καίριος, κύριος, ουσιώδης, σημαντικόςbásico, cardeal, central, crucial, essencial, fundamental, principal - ανώτερος, κυριότερος, κύριος, ο κύριος, ο πιο σημαντικός, πρωταρχικόςprincipal, proficiente - consequential, eventful (en) - Copernican (en) - κρίσιμος, σοβαρόςgrave - ιστορικόςhistórico - in-chief (en) - perceptível, que pode ser medido - most-valuable (en) - sério - estratégico - ζεματιστόςescaldante - διακεκριμένος, διαπρεπής, μεγάλος, σπουδαίοςdistinto, notável - grande - notável, o máximo[Similaire]

άσχετος, ασήμαντοςnão vem ao caso[Ant.]

alto (adj.) • considerável  • econsiderável  • essencial  • importante  • εξαιρετικός (adj.) • μεγάλος (adj.) • υψηλός (adj.)

-

 


   Publicidade ▼