Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

cristianismo, igrejaεκκλησία - hebraismo, Judaismo, judaísmo - Hinduismo, hinduísmoινδουισμός - taoismo, taoísmo - budismoβουδισμός - Khalsa - Cientologia - Shinto (en) - established church (en) - ordem, Ordem religiosa, seitaαίρεση, αποσχισθείσα ομάδα, σέκτα, τάγμα - cult (en)[Spéc.]

θεοσεβής άνθρωπος, θεοσεβούμενος, θεοφοβούμενος, θρήσκος άνθρωπος[Dérivé]

exorcizarεξορκίζω - crismar - covenant, make a pact, make a pact with (en) - redimir, salvarαπελευθερώνω όμηρο με την καταβολή λύτρων, λυτρώνω - canonizarανακηρύσσω κπ. άγιο[Domaine]

igreja (n.) • igrejas (n.) • religião (n.m.) • εκκλησία (n.) • θρησκεία (n.)

-

 


   Publicidade ▼