Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

Construções, Prédio - carload (en) - contigente, contingente - floor (en) - dupla, parζευγάρι - δωμάτιο - tríade, trindade, trio - turnout (en) - grupo de quatro pessoas, quartetoκουαρτέτο, τετράδα - fivesome, quintet, quintette (en) - sextet, sextette, sixsome (en) - septet, septette, sevensome (en) - eightsome, octet, octette (en) - assembleia, assembléia, reuniãoσυγκέντρωση, συνάθροιση, συνέλευση - exército, montão, multidão, turbaκόσμος, πλήθος, στρατιά - multidãoκοσμοπλημύρα, κοσμοσυρροή, κόσμος, πλήθος, πολυκοσμία, συρφετός - audiências, ouvintesκοινό - Comunidadeκοινότητα - concelho, Municipio, municípioκοινότητα - cast, cast of characters, dramatis personae (en) - ano, classe, curso, turmaτάξη - ano, classe, cursoτάξη, χρονιά - κοινωνική συγκέντρωση - bando, malta, quadrilhaπαρέα, σπείρα, συμμορία - grande reunião popular, Reuniãoσυγκέντρωση, συνάντηση, συνέλευση, συνεδρίαση - covey (en) - Quorum, quórumαπαρτία - συλλαλητήριο - comunaκοινόβιο, κοινότητα - assembleia, convocação - feiraεμποροπανήγυρη, παζάρι - bando, cáfila, malta, quadrilha, reunião, súcia - comitiva, consequência, continuação, séquitoακολουθία, περίγυρος - acampamento, acampamentosκάμπινγκ, κατασκήνωση - recrutamentoστρατολόγηση - rap group (en) - rave-up (en) - συνδαιτυμόνες - wine tasting (en) - μέρος - encepamento, mistura, sortimento, variedadeποικιλία, ποτπουρί, ποτ-πουρί, συλλογή - exibição/exposição, exposição, Exposiçõesέκθεση[Spéc.]

reunir, reunir-seμαζεύομαι, μαζεύω, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω - reunir[Dérivé]

reunião (n.) • trio (n.m.) • συγκέντρωση (n.) • συνάθροιση (n.) • σύναξη (n.)

-

 


   Publicidade ▼