Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

σειρά, συλλογή, συσσώρευσηacervo, acúmulo, aglomeração, amontoação, chusma, colecção, cúmulo, grupo, montão, multidão, pilha, reunião, ruma - συσσώρευσηaglomeração[Hyper.]

επισσωρεύομαι, στοιβάζομαι, στοιβάζω, στριμώχνομαι, στριμώχνω, συγκεντρώνω, συσσωρεύομαι, συσσωρεύωacumular, amontoar, apinhar-se, conglomerar - empilhar - βάζω σε σωρό, γεμίζω, στοιβάζω, φορτώνωacumular, agavelar, amontoar, empilhar, encher - γεμίζω, κατακλύζω, περικυκλώνω, συνωστίζομαι, συρρέω, τσαλαπατώaglomerar-se, amontoar-se, apinhar, apinhar-se, atacar - aglomerar - aglomerado - ξέχειλος, συσσωρευμένοςcheio[Dérivé]

compost heap, compost pile (en) - κοπριά, κόπροςsambaqui - scrapheap (en) - shock (en) - slagheap (en) - θημωνιάmontão, pilha - πυράpira - σωρόσ καυσόξυλαestaca de madeira, monte de lenha - armazenamento[Spéc.]

επισσωρεύομαι, στοιβάζομαι, στοιβάζω, στριμώχνομαι, στριμώχνω, συγκεντρώνω, συσσωρεύομαι, συσσωρεύωacumular, amontoar, apinhar-se, conglomerar - empilhar - βάζω σε σωρό, γεμίζω, στοιβάζω, φορτώνωacumular, agavelar, amontoar, empilhar, encher - γεμίζω, κατακλύζω, περικυκλώνω, συνωστίζομαι, συρρέω, τσαλαπατώaglomerar-se, amontoar-se, apinhar, apinhar-se, atacar - aglomerar[Dérivé]

cúmulo (n.) • grupo (n.) • montão (n.) • monte (n.m.) • pilha (n.f.) • στοίβα (n.) • σωρός (n.)

-

 


   Publicidade ▼