Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

κοινωνία, κοινωνική ομάδαsociedade - minoria - ομάδαgrupo de pressão, grupos de interesse, sociedade - φάρα, φατρίαclA, clã, familia, família, parentela, tribo - kith (en) - fringe (en) - συγκέντρωση, συνάθροιση, σύναξηreunião, trio - εκκλησίασμαassembleia, congregação - οργάνωση, οργανισμόςorganização, organização (direito), Organizações - phylum (en) - force (en) - platoon (en) - revolving door (en) - γκρουπ, θεωρία των συνόλων, κύκλος, κύκλος ατόμων, ομάδα, παρέαcírculo, conjunto, grupo, ordem - οργανωμένο έγκλημαCrime organizado - υποκουλτούραsub-área, Subcultura - μη ευθυγράμμιση - καθεστώς, μορφή κράτους, πολίτευμα, πολιτικό καθεστώς, πολιτικό σύστημα, σύστημα διακυβέρνησηςregime, regime político, Regimes políticos - moiety (en) - φυλήgente, tribo - κίνημα, μέτωπο, παράταξηcomum, frente, movimento, movimento social, Movimentos sociais - Εβραίοιos judeus, povo judeu - οργάνωση, σώμαcomunidade, grupo, organismo - τομέας - πολιτική πτέρυγα, πτέρυγαala[Spéc.]

grupos sociais (n.) • κοινωνική ομάδα (n.)

-

 


   Publicidade ▼