Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

άγρια φρούταarenito, grés - ποικιλία ροδάκινουtipo de pêssego - καρπός που πέφτει με τον αέραcaído da árvore, derrube por acção do vento - μήλοmaçã, macieira, madeira de macieira - σαρκώδες φρούτοfruta, fruto - καρπός Lansium domesticum - carambola - πετροκέρασο - carissa plum, natal plum (en) - εσπεριδοειδές, εσπεριδοειδήcitrino - μανταρίνιtangelo - βερίκοκο, βερύκοκοabricó, albricoque, alperce, damasco - ροδάκινο, ροδακινιάpesca, pêssego - νεκταρίνιnectarina - καρπός φυτού ananas magdalenae, φυτό ananas magdalenaepitaia - δαμάσκηνοameixa, amêixoa - αποξηραμένο φρούτο, καρύδι, ξυρός καρπόςfruta seca - σύκοfigo - ανανάςabacaxi, Ananas, ananás - αχλάδι του ποταμού - μπανάναbanana, bananeira - φρούτο του πάθουςmaracujá - φρούτο που μοιάζει με ψωμίfruta-pão - αρτόκαρποςjaca, jaqueira - canistel, eggfruit (en) - πεπόνιmelão, meloeiro - κεράσι, πετροκέρασοcereja, ginja - κοκοφοίνικας - σταφύλι, σταφύλιαbago de uva, uva, uvas - κέδρος, καρπός κέδρου - καρπός δέντρου asimina trilobaAsimina - mamoeiro, papaia - μήλα κάι, μήλο κάι - kitambilla, kitembilla, καρπός φραγκοσταφυλιάς ketembilla - Akee - φρούτο durian, φρούτο Duriandurião - ανανάς guavafeijoa - ισπανικό γλυκολέμονο - genipap, genipap fruit (en) - ακτινίδιο, κίουιquiuí, quivi - μούσμουλο eriobotrya japonicaameixa - φρούτο garcinia mangostanamangostão - manga, Mangifera - καρπός δέντρου achras zapota - καρπός δέντρου achras zapotasapoti - καρπός δέντρου tamarindus indicatamarindo - αβοκάντοabacate, abacateiro - χουρμάςtâmara - καρπός σαμπούκουbaga de sabugueiro, sabugo - καρπός δέντρου guava, φρούτο guavagoiaba, goiabeira - mombin (en) - hog plum, yellow mombin (en) - άγριο δαμάσκηνο - καρπός δέντρου myricaria caulifora - τζίτζιφοJujuba - είδος κινέζικου φρούτου, φρούτο δέντρου litchi chinensislichia, lichie, Litchi - καρπός δέντρου euphoria longana, φρούτο euphoria longana - mamey, mammee, mammee apple (en) - marang (en) - medlar (en) - μούσμουλο - άπιον, απίδι, αχλάδι, αχλαδιάpera, pêra - plumcot (en) - ρόδιgranada, romA - φραγκόσυκο - garambulla (en) - φραγκοστάφυλο - γηγενές ροδάκινο quandong - κυδώνιmarmelo - rambotã, Rambutão - pulasan, pulassan (en) - ροδόμηλο - μήλο sorbsorva - ξινοκολοκύθα - monkey bread, sour gourd (en) - μανταρίνι, περγαμόντοbergamota, bergamoteira, mandarina, mexerica, mexeriqueira, tangerina, tangerineira[Spéc.]

fruticultura - οπωροπώλησnegociante de frutas[Dérivé]

φλούδαcascas, crosta, pele[Desc]

fruta (n.) • fruto (n.) • καρπός (n.) • οπωρικό (n.) • φρούτο (n.)

-

 


   Publicidade ▼