Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

cause, source de désaccord (fr)[ClasseHyper.]

ensemble (réunion d'éléments) (fr)[Classe...]

contestation donnant lieu à procès (fr)[ClasseHyper.]

factotum (en)[Domaine]

Contest (en)[Domaine]

διαμάχηaltercação, contenda, contestação, controvérsia, discordância, querela[Hyper.]

διαπληκτίζομαι, καυγαδίζω, λογομαχώ, λογοφέρνω, φιλονικώdebater, discutir - διαξιφίζομαι, λογομαχώ, μαλώνω, φιλονικώaltercar, brigar, discutir, indispor-se, porfiar, querelar, terçar armas - αρνούμαι, διαψεύδωdesafiar, discutir, disputar - αγωνίζομαι, αμφισβητώ, αρνούμαι, διεκδικώ, παλεύωcandidatar, contestar, discutir, impugnar, questionar - αμφιλεγόμενος, αμφισβητήσιμος, επίμαχοςcontroverso, polémico - conflituoso, controverso - φιλόδικοςbriguento[Dérivé]

argle-bargle, argy-bargy (en) - firestorm (en) - sparring (en) - Polémica, Polêmica - διένεξη, καβγάς, τσακωμός[Spéc.]

διαπληκτίζομαι, καυγαδίζω, λογομαχώ, λογοφέρνω, φιλονικώdebater, discutir - διαξιφίζομαι, λογομαχώ, μαλώνω, φιλονικώaltercar, brigar, discutir, indispor-se, porfiar, querelar, terçar armas - αρνούμαι, διαψεύδωdesafiar, discutir, disputar - αγωνίζομαι, αμφισβητώ, αρνούμαι, διεκδικώ, παλεύωcandidatar, contestar, discutir, impugnar, questionar - αμφιλεγόμενος, αμφισβητήσιμος, επίμαχοςcontroverso, polémico[Dérivé]

contestação (n.) • controvérsia (n.f.) • discussão (n.) • disputa (n.) • polémica (n.) • polêmica (n.) • αντιλογία (n.) • αντιπαράθεση (n.) • διένεξη (n.) • διαφωνία (n.) • φιλονικία (n.)

-

 


   Publicidade ▼