Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

περιληπτικός, συμπυκνωμἐνος, φυτεμένος σε γλάστραcondensado, em vaso - acessível, começ-$$$-capaz, fácil de se conseguir - απρόσιτοσ - dead-on (en) - φιλήδονος, φλογερόςquente - espertalhão, finório - εξοργισμένος, παράφοροςfurioso - έξαλλοςirado, zangado - lívido - dinky (en) - dishy (en) - primo (en) - δειλόσ, φοβισμένοςassustadiço, assustado, medroso, receoso - quebrado - ανέμελος, τεμπέλης, τεμπελχανάςdescontraído, indolente, preguiçoso - αμφίβολοσcasual - ζαλισμένος, κουδουνισμένοςestonteado, tonto - ανόητος, αποχαυνωμένοςentorpecido, estúpido - buddy-buddy, chummy, thick (en) - togged (en) - ολόγυμνος, τσίτσιδοςtodo nu - starkers (en) - άνετος, βολεμένοςcómodo, confortável - δυσφορούμενοςestragado - afobado - boss-eyed (en) - knocked-out (en) - licked (en) - plummy (en) - enguiçado - tall (en) - άνετος, εύκολοςfácil - flat-footed (en) - φτιαγμένοσgrogue, pavimentado, revestido a pedra - που αδημονείansiosa, ansioso - ritzy (en) - het up (en) - apaixonado - no-frills (en) - ξετρελαμένος, τρελόςlouco - big-ticket, high-ticket (en) - bacana, legal - groovy, swagger (en) - in (en) - prehistoric (en) - αριστοκρατική, αριστοκρατικό, αριστοκρατικός, πολυτελής, φίνοςchique - snazzy (en) - aleijado, estropiado - niffy (en) - φιλικόςamigo - estufado - άριστος, βλ. ωοrld, διαπεραστικός, θαυμάσιος, καταπληκτικός, περίφημος, πρώτης τάξης, σχετικά καλός, τσουχτερόςexcelente, formidável, maravilhoso, muito bom, não é mau, óptimo, penetrante, sensacional - ανίκανος, ανεπίδεκτος μάθησηςsem jeito - άθλιος, φρικτόςfedida, fedido, fedorenta, horrível - no-good, rubber (en) - θυμωμένοςirritável - straight (en) - καταπληκτικόςdivertidíssimo - questionável - grande, importante - ασήμαντοσfútil, insignificante, pequeno - pirado - ενημερωμένος - διανοούμενοσerudito, intelectual - πελώριος, τεράστιοςenorme, muito grande, que bate - για άντρα, που είναι μεγάλου μεγέθουςfarto - colossal, enorme, muito grande - αποσπασματικόςdescozido, muito pequeno - dinky (en) - hot (en) - canned, transcribed (en) - blue-eyed, fair-haired, white-haired (en) - hexed, jinxed (en) - blood-and-guts (en) - bodacious (en) - all-fired (en) - ευπρεπής, κόσμιοςdecente - together (en) - horrível - some (en) - square (en) - stuck (en) - mind-bending, mind-blowing (en) - dressy (en) - hot (en) - louco - libidinoso, sensual, voluptuoso - certo, seguro - white-shoe (en) - fat, juicy (en) - kosher (en) - cool (en) - αμφίβολος, αναξιόπιστος, που εμπνέει υποψίες, που προκαλεί καχυποψία, ύποπτοςdesconfiado, dúbio, duvidoso, suspeito - lunático - disparatado, maluco, tolo - εντάξει, μια χαρά, πολύ καλάcerto! - πολλοστόσenésimo - hot (en) - sociável - estragado - shy (en) - `σούπερ!`, ειδικός, καταπληκτικό, καταπληκτικόω, πρώτης κατηγορίας, πρώτης τάξης, πρώτος, σπουδαιότεροςbacana, de primeira classe, excelente, giro, perito - estupendo, formidável, moderno, ótimo, principal - ανάξιος, ασήμαντοςbrega - ropey, ropy (en) - gobsmacked (en) - goggle-eyed, openmouthed, popeyed (en) - κατάπληκτοσ - buttoned-up (en) - pumped, pumped up, pumped-up, wired (en) - οικονομικός, ολιγοδάπανος, προσεκτικός, φειδωλόςfrugal, poupado - ανίκανος να αποδώσει λόγω υπερβολικής κούρασηςenfastiado - ξεθεωμένοσcansado, esgotado, exausto - πνιγηρόσabafado, sempre em casa - knock-down-and-drag-out, knockdown-dragout (en) - ανόητοσ, ηλίθιοσ, μωρόσestúpido, fátuo, imbecil, pateta - boiling (en) - ολότελα, πλήρως, τόσοao todo, cabalmente, completamente, inteiramente, muito, totalmente - plum, plumb (en) - ικανοποιητικάbem, ok, okay, perfeitamente - οπουδήποτε, πουθενάalgures, em qualquer parte, nenhures, para qualquer parte - κάπουalguma parte, algum lado, algum lugar, algures, em alguma parte, em qualquer parte - απανταχού, από τη μια πλευρά στην άλλη, οπουδήποτε, πανταχού, παντού, προς όλες τις κατευθύνσεις, όπου em/por toda a parte, em toda a parte, em toda parte, em todo o lugar, em todos os lados, por toda a parte - ολοκληρωμένα, πλήρωςtotalmente - anon (en) - απλά, εμφανώς, ξεκάθαρα, ολοφάνερα, προφανώςabertamente, claramente, de forma evidente, evidentemente, manifestamente, obviamente, simplesmente, visivelmente - εξαιρετικά, υπερβολικά, φοβεράextremamente, muito, terrivelmente - οπωσδήποτεsem falta - αποκλείεται, αποκλείεται!, καθόλου, κατά κανένα τρόπο, με τίποτα, σε καμία περίπτωσηcertamente que não, de forma nenhuma, de modo nenhum, de nenhuma maneira, nem a pau, nem que a vaca tussa, por motivo nenhum, por nada no mundo, porra nenhuma, pouco provável - minuciosamente - flop, right (en) - eternamente - dingdong (en) - κατά πολύde longe - έτσι κι αλλιώς, τουλάχιστονde qualquer modo, pelo menos - irregardless (en) - έτσι, ασφαλώς, βεβαίως, και βέβαια!, μάλλον, με βεβαιότητα, με σταθερή απόδοση, πράγματι, πραγματικά, σίγουρα, συμφωνώ απολύτως, χωρίς λάθηao certo, certamente, certamente; em fato, claro, com certeza, com efeito, com segurança, de certeza, de facto, efectivamente, exactamente, na verdade, por certo, realmente, seguramente, sem dúvida, verdadeiramente - αβίαστα, εύκολα, χωρίς δυσκολίαfacilmente, fàcilmente, prontamente - easy, soft (en) - αργάdavagar, devagar, lentamente, vagarosamente - παρατραβηγμένοςimprovável/inacreditável - απελπισμένα, σαν τρελόςcomo um louco - απελπισμένα, μάταιαdesesperadamente, irremediavelmente, sem esperanças - κατευθείαν, ορμητικάdirectamente - asperamente, brutalmente - πάρα πολύimensamente - plop, plunk (en) - categoricamente, pesadamente, subitamente, surdamente, terminantemente - γλυκά, ευχάρισταdocemente - firewall, parede à prova de fogo - fix (en) - heavy lifting (en) - επιχειρήσεις - no-brainer (en) - crapshoot (en) - snogging (en) - wash (en) - aggro (en) - πλάκα, τρέλαdiversão, divertimento, galhofa - hell, sin (en) - dickeybird, dickey-bird, dickybird, dicky-bird (en) - bunny, bunny rabbit (en) - bib-and-tucker (en) - delf (en) - funny wagon (en) - boom box, ghetto blaster (en) - lemon, stinker (en) - ceroulas - main drag (en) - put-put (en) - rathole (en) - rattrap (en) - redbrick university (en) - Ritz (en) - security blanket (en) - shooting gallery (en) - επίσημα ρούχα, τα κυριακάτικαroupa domingueira - pintura de guerra - smoke (en) - αξία, κλάσηclasse - setup (en) - θάρρος, κουράγιο, κότσιαcoragem, entranhas, vísceras - απόστασηdistância - corte - enormity (en) - αγγαρείαchatice - hot stuff, voluptuousness (en) - μάτι, ομμάτιον, οφθαλμός, όμμαóculo, olho - peeper (en) - προβοσκίδαfocinho, tromba - πρόσωπο, όψηcara, face, Fisiognomia, fisionomia, rosto - can of worms (en) - hang-up (en) - σκέψηpensamento, reflexão - crosshairs (en) - tesão - negative stimulation, turnoff (en) - plague (en) - bare bones (en) - pertainym (en) - teaser - pickup (en) - double Dutch (en) - πλατσούρισμα, ρουφηχτός ήχοςchape-chape - rap (en) - bull session (en) - συγκεντρωμένο πλήθοςpilha - ενθαρρυντικά λόγιαdiscurso animador, palavras de encorajamento - homestretch (en) - barnburner (en) - blessed event, happy event (en) - creeps (en) - blahs (en) - banger (en) - firewater (en) - swad (en) - máfia - turf (en) - borscht belt, borscht circuit, borsht belt, borsht circuit (en) - Bebida, Bebidas - number one (en) - ισχυρό πρόσωπο, σπουδαίο πρόσωποchefão, figurão, força, mandachuva, pessoa importante, pessoa influente - βλ. copper2, γουρουνάκι, γουρούνι, μπάτσοςchui, policial - canary (en) - cannon fodder, fodder, fresh fish (en) - dick, gumshoe, hawkshaw (en) - ηλίθιοςidiota, palerma - παλαιοϊδεατήσbota de elástico, caturra, fósseis, fóssil - don't-know (en) - κλεπταποδόχοςencobridor, receptador - αποτυχία, φιάσκοfracasso - αλαζόνασ, φαντασμένοσ - gal (en) - geezer (en) - head (en) - headhunter (en) - άνθρωπος αποφασισμένος να πετύχει, καταφερτζήςmichê - «ξερόλας», παντογνώστης, πολύξεροςsabichão, sabichona - ακαμάτης, αργόσχολος, χασομέρηςmadraço, mandrião, preguiçoso - άνδραςHomem, varão - middlebrow (en) - mouth, mouthpiece (en) - paperhanger (en) - rainmaker (en) - ομοιότηταimagem, retrato, sósia - shoofly (en) - pessoa melancólica, rabugento - Johnny Rebel - καταθλιπτικός, ξενέρωτοςdesmancha-prazeres - square, square toes (en) - thrush (en) - cidadão - πνευματώδης άνθρωπος, χιομορίστας, χιουμορίσταςhumorista - γυναίκαmulher - cleanup, killing (en) - giveaway (en) - meal ticket (en) - swag (en) - ice, sparkler (en) - μεγάλη ποσότητα, σωρόςmontes de - soup (en) - size, size of it (en) - state (en) - εξάντληση, τριβήexaustão, farrapo, frangalho, puimento, trapo - κερατώδεσ - cãibra, dor muscular - ακεφιέσ, απορρίμματα μεταλλείου, κατήφειαneurastenia - ευκαιρίαchance - street (en) - αποπνιχτική ατμόσφαιραabafamento, ar abafado, pó - σούπα - sticks and stone (en) - week from Monday (en) - month of Sundays (en) - Lua Azul - figure (en) - ir a pé - φεύγω, φεύγω γρήγοραabalar - keep one's eyes open, keep one's eyes peeled, keep one's eyes skinned (en) - give it a try, give it a whirl (en) - break (en) - Inglês vernáculo afro-americano - doido, louco - throw (en) - ζωντανόςvivo[Domaine]

coloquialismo (n.) • έκφραση της καθομιλουμένης (n.)

-

 


   Publicidade ▼