Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

acceptation, approbation, consentement - άδεια εκτυπώσεωσ, επίσημη έγκρισηacceptation, consentement, sanction - αναγνώρισηreconnaissance - ανοχήconnivence - άδειαconsentement, permission - ενθάρρυνσηencouragement - επευφημία, επιδοκιμασίαacclamation, applaudissement, bravos, cri de joie, hourras, ovation - χειροκρότημαapplaudissement, applaudissements - επευφημία, ζητωκραυγήacclamation - έπαινος, συγχαρητήριαcompliment, louange, louanges - απόδοση τιμών, τιμές, τιμή, τιμητική διάκρισηdistinction, hommage, honneur, honneurs - αποδοχή, υιοθεσίαadoption - απονεμόμενη διάκριση, απονεμόμενο βραβείοprix[Spéc.]

approbate (en) - faire l'éloge de, louer - recommander - επαινώlouer[Dérivé]

απαρέσκεια, αποδοκιμασίαdésapprobation[Ant.]

acceptation (n.f.) • approbation (n.f.) • έγκριση (n.) • έπαινος (n.) • επιδοκιμασία (n.) • σύσταση (n.)

-

 


   Publicidade ▼