Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

abnormal psychology, psychopathology (en) - εφαρμοσμένη ψυχολογίαprůmyslová psychologie - γνωστική ψυχολογία - συγκριτική ψυχολογία - εξελικτική ψυχολογία, παιδική ψυχολογία - διαφορική ψυχολογίαdiferenciální psychologie - πειραματική ψυχολογία - νευροφυσιολογία, νευροψυχολογία, ψυχοφυσιολογίαfyziologická psychologie - ψυχομετρία - κοινωνική ψυχολογίαsociální psychologie - μπιχεβιορισμός, μπιχεβιοριστική ψυχολογίαbehaviourismus[Spéc.]

ψυχολόγοςpsycholog, psycholožka, -žka - ψυχολογικόςpsychologický[Dérivé]

ajustado (pt) - maladjusted (en) - σβηστόσ - introjected (en) - introvertido (pt) - extraversive, extroversive (en) - ambiversive (en) - molar (en) - molecular (en) - normal (en) - abnormal (en) - excepcional (pt) - ambiguous (en) - proactive (en) - retroativo (pt) - idiografico (pt) - nomological, nomothetic (en) - abient (en) - adient (en) - associational (en) - attentional (en) - presentational (en) - ensaio (pt) - αναστολήinhibice, zábrana - συμπεριφοράchování - ενδιαφέρο για ξένα πράγματα, εξωστρέφειαextroverze - introversion (en) - ambiversion (en) - γενική εικόνα, κρατούσα γνώμηobraz - pohotovost - anima (en) - Double bind (pt) - ενέργειαkognitivní proces, proces poznávání - τσούνκιν - introjection (en) - generalização (pt) - ενισχυτήσ - law of effect (en) - θεωρία συνειρμικής σκέψης, θεωρία συνειρμού - atomism (en) - λειτουργισμός - Gestalt (pt) - experimenter bias (en) - sublimation (en) - abience (en) - adience (en) - κλινικόσ ιατρόσklinický lékař - εξωστρεφήςextrovert - introvertido (pt) - sensitisation, sensitization (en) - ψυχολογική κατάστασηpsychický stav - duševní vypětí, napětí, nervové napětí - υπερέντασηnapětí, tlak - ponto de ruptura (pt) - αυταπάτη, πλάνη, ψευδαίσθησηblud, idea, klam - isolate (en) - externalise, externalize, project (en) - interiorise, interiorize, internalise, internalize (en) - ver (pt) - συνήθειαnávyk, způsoby, zvyk - constancy, perceptual constancy, subjective constancy (en) - aprendido (pt)[Domaine]

psychologie (n.f.) • ψυχολογία (n.f.)

-

 


   Publicidade ▼