Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

multiplicidadeπολυάριθμο - predominância, preponderânciaγενίκευση, διάδοση, υπεροχή - countlessness, innumerableness (en) - a maioria, a maior parte, a maior parte de, ascendência, maioria, maioridade, maior parte, mais que todos, mais que tudo, o maisοι περισσότεροι, πιο πολύ, πλειονότητα, πλειοψηφία, το μεγαλύτερο μέρος, το μεγαλύτερο μέρος από κτ. - menoridade, minoria, minoriasμειονότητα, μειοψηφία - raridadeολιγότησ, ολιγότητα - roundness (en)[Spéc.]

controlarελέγχω, περιορίζω, συγκρατώ - calcular, computarαθροίζω - fazer uma listaαπαριθμώ, τοποθετώ σε κατάλογο - contar, totalizarαπαριθμώ, αποκλείω, αριθμώ συνολικά, δεν συμπεριλαμβάνω, λογαριάζω, πιστώνω, υπολογίζω, χρεώνω - numerarαριθμώ - adicionar, ficar por, montar a, significar, somarαθροίζω, ανέρχομαι, ανέρχομαι σε, γίνομαι, ισοδυναμώ[Dérivé]

quantidade (n.) • ποσότητα (n.)

-

 


   Publicidade ▼