Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

calibre, qualidadeδιαμέτρημα, ικανότητα, ολκή, ποιότητα - intensidade, profundidadeένταση, βαθύτητα, εντατικότητα, σφοδρότητα - depth (en) - all-time high, high (en) - low (en) - extremoάκρο - amplitude level (en) - moderação, temperançaμετριοπάθεια, μετριότητα - immoderateness, immoderation (en) - níveis de eficáciaαπόδοση, παραγωγικότητα - alcanceέκταση, μέγεθος - grind (en) - highness (en) - lowness (en) - SPF, sun protection factor (en)[Spéc.]

de valor, violentoπου έχει μεγάλη αξία, υψηλός - baixa, baixoαδύναμος, χαμηλός - suaveήπιος, ε λαφρός, επιεικής - intensivo, intensoέντονος, δριμύς, σφοδρός[Dériv.]

categoria (n.) • grau (n.m.) • intensidade  • nível (n.) • ένταση  • βαθμίδα (n.) • βαθμός (n.m.) • επίπεδη επιφάνεια (n.) • επιφάνεια (n.) • στάθμη (n.)

-

 


   Publicidade ▼