Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

mesure du temps (fr)[Classe]

technique d'organisation du travail (fr)[Classe]

mesure d'une vitesse (fr)[Classe]

factotum (en)[Domaine]

time (en)[Domaine]

χρονική οργάνωση, χρονικός σχεδιασμός[Hyper.]

χρονομετρώcronometrar[Nominalisation]

χρονομετρώmedir o tempo - προηγούμενοςanterior - ακόλουθος - πρόωρος, πρώιμοςcedo, precoce, temporão - μέσος, μεσαίοςcentral, mediano - αργά, που γίνεται αργά, σε προχωρημένη ώρα, όψιμοςatrasado, tarde, tardio - παρελθών, περασμένος, προηγούμενος, πρωτύτερος, πρότερος, πρώην, τέως, τα περασμέναpassado - ενεστώτας, νυν, τρέχων, τωρινόςpresente - μελλοντικός, μελλούμενοςfuturo[Dérivé]

approach, approaching, coming (en) - precocidade - βραδύτησ, βραδύτητα, το προχωρημένο της ώραςatraso - ακρίβειαpontualidade - βραδύτησ, βραδύτητα - σύμπτωση, ταυτόχρονοconcordância, simultaneidade - επικαιρότησ, επικαιρότηταoportunidade - unseasonableness, untimeliness (en) - pastness (en) - futurity (en) - nowness, presentness (en) - lead, spark advance (en)[Spéc.]

χρονομετρώmedir o tempo[Dérivé]

προηγούμενοςanterior - ακόλουθος - πρόωρος, πρώιμοςcedo, precoce, temporão - μέσος, μεσαίοςcentral, mediano - αργά, που γίνεται αργά, σε προχωρημένη ώρα, όψιμοςatrasado, tarde, tardio - παρελθών, περασμένος, προηγούμενος, πρωτύτερος, πρότερος, πρώην, τέως, τα περασμέναpassado - ενεστώτας, νυν, τρέχων, τωρινόςpresente - μελλοντικός, μελλούμενοςfuturo[Dériv.]

cálculo do momento oportuno (n.) • medição de tempo (n.) • επιλογή του κατάλληλου χρόνου (n.) • κατάλληλη στιγμή (n.) • συγχρονισμός (n.) • τάιμινγκ (n.) • χρονομέτρηση (n.)

-

 


   Publicidade ▼