Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

paciência[Classe]

tranquillité (fr)[Classe]

qualité attribuée au philosophe (fr)[ClasseParExt.]

stoïcisme (philosophie) (fr)[termes liés]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

διάθεση, ιδιοσυγκρασία, προσωπικότητα, ταμπεραμέντο, φύση, χαρακτήρας, ψυχοσύνθεσηnatural, natureza, personalidade, temperamento[Hyper.]

άνετος, ήρεμος, ακίνητος, γαλήνιος, χωρίς ανησυχία, χωρίς δραστηριότηταcalmo, folgado, quieto, sereno, tranquila, tranquilo[Propriété~]

γαληνεύω, ηρεμιστικό, ηρεμώ, ησυχάζω, καθησυχάζω, καλμάρω, κατευνάζω, χορηγώ καταπραϋντικόdar sedativo, dar um sedativo, sedar - ηρεμώ, ηρεμώ κπ., ησυχάζω, ησυχάζω κπ., καταλαγιάζω, καταπραΰνω, κατευνάζωacalmar, acalmar-se, conter-se, silenciar, tranquilizar - compose (en) - ήρεμος, γαλήνιοςcalmo, sereno, sossegado, tranquilo, tranqüilo - ήρεμος, ζυγιασμένος, νηφάλιος, που βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας, συγκρατημένος, ψύχραιμοςcontido, senhor de si, suspenso[Dérivé]

discomposure (en)[Ant.]

βεβαιότησ, βεβαιότηταaltivez, aprumo, desembaraço, sangue-frío - γαλήνη, ηρεμίαserenidade[Spéc.]

γαληνεύω, ηρεμιστικό, ηρεμώ, ησυχάζω, καθησυχάζω, καλμάρω, κατευνάζω, χορηγώ καταπραϋντικόdar sedativo, dar um sedativo, sedar - ηρεμώ, ηρεμώ κπ., ησυχάζω, ησυχάζω κπ., καταλαγιάζω, καταπραΰνω, κατευνάζωacalmar, acalmar-se, conter-se, silenciar, tranquilizar - compose (en)[Dérivé]

discomposure (en)[Ant.]

calma (n.f.) • calmo (n.m.) • compostura (n.) • equanimidade (n.) • sossego (n.m.) • tranquilidade (n.f.) • αταραξία (n.) • γαλήνη (n.f.) • ηρεμία  • ησυχία  • ψυχραιμία (n.)

-

 


   Publicidade ▼