Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

υπόσταση, χαρακτήραςcharakter, povaha, profil - ιδιοσυγκρασία, πάστα, προσωπικότητα, στόφα, φύσηpovaha, příroda, typ - compulsividade (pt) - ευσιγκινησία, συναισθηματισμόςcitovost, emotivita - απάθειαbezcitnost, necitlivost - δραστηριότητα, ενεργητικότηταčilost, činnost, živost - αδράνεια, νωθρότηταliknavost, nečinnost, netečnost, ochablost - ειλικρίνεια, σοβαρότηταopravdovost, vážnost - επιπολαιότητα, επιπόλαιη πράξηlehkovážnost, pošetilost, povrchnost - κοινωνικότηταkomunikativnost, sdílnost - αντικοινωνικότηταnesdílnost, uzavřenost - thoughtfulness (en) - αδιαφορία, απερισκεψίαbezmyšlenkovitost, nepozornost - παρατηρητικότηταvšímavost - αμέλειαnevšímavost - Masculinidade (pt) - θηλυκότηταženskost - αξιοπιστία, εμπιστοσύνηdůvěryhodnost, spolehlivost - αναξιοπιστίαnedůvěryhodnost - ατομικότηταindividualismus - μιζέρια, πλεονεξία, τσιγγουνιά, τσιγκουνιά, φιλαργυρίαhrabivost, lakomství, lakota, lakotnost, skoupost - εγωισμός, εγωκεντρισμός, προσωπικό συμφέρονegoismus, sobeckost, sobectví, vlastní zájem - δυναμισμός, ενεργητικότητα, ενθουσιασμός, ζωηρότητα, ζωντάνιαelán, energie, motivovanost, puzení - αποφασιστικότητα, επιμονή, σταθερότηταodhodlanost, pevnost, rozhodnost - αναποφασιστικότηταnerozhodnost, váhavost - 2υποταγή, αυτοπειθαρχία, ευπείθεια, πειθαρχία, υπακοήdisciplína, kázeň - ανυπακοή, απείθεια, απειθαρχίαnekázeň - αξιοπρέπεια, εγωισμός, υπερηφάνεια, φιλότιμοhrdost, pýcha - ταπεινότηταnízký původ, pokora - σοφία, σύνεση, φρόνησηmoudrost - αφροσύνη, μωρία, τρέλαhloupost, nerozum, pošetilost - διορατικότητα, κρίση, οξυδέρκειαbystrost, důvtip - εμπιστοσύνη, ευθύνηdůvěra, zodpovědnost - έλλειψη εμπιστοσύνης, δυσπιστία, καχυποψίαnedůvěřivost - καθαριότηταčistota, čistotnost - uncleanliness (en) - διαγωγή, συμπεριφορά, φέρσιμοchování, mrav - ευπείθειαpoddajnost, povolnost - ανυπακοήnepoddajnost - ruralism, rurality (en) - αμηχανία, διστακτικότητα, δυσπιστία εισ εαυτόνnedostatek sebedůvěry, nesmělost, ostych, rozpaky - αλτρουισμός, ανιδιοτέλειαaltruismus - κενοδοξία, ματαιοδοξία, ματαιοφροσύνη[Spéc.]

rys (n.) • rys osobnosti (n.) • γνώρισμα (n.) • χαρακτηριστικό (n.) • χαρακτηριστικό γνώρισμα (n.)

-

 


   Publicidade ▼