Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα, δύναμη, ικανότηταEficácia, eficiência[Propriété~]

αποτελεσματικά, ταχέωςcom eficiência, de forma eficiente, efectivamente, eficientemente, expeditamente/rapidamente[Adv.]

δραστικότητα, δύναμηefetividade, eficácia - κάνω, προκαλώ, προξενώcausar, fazer, ocasionar, produzir, provocar[Dérivé]

hard-hitting, trenchant (en) - impelling (en) - αποτελεσματικόςeficaz, impressionante - ανεπιτήδευτος, αυθόρμητος, πρόχειροςimprovisado, sem cerimónia[Similaire]

άκαρπος, ανίκανος, αναποτελεσματικός, ανεπαρκής, ατελέσφορος, μη αποδοτικόςineficaz, ineficiente, inútil, vão[Ant.]

efetivo (adj.) • eficaz  • eficiente  • vistoso (adj.) • αποδοτικός (adj.) • αποτελεσματικός (adj.) • δραστικός (adj.) • εντυπωσιακός (adj.) • τελεσφόρος (adj.)

-

 


   Publicidade ▼