Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

ενισχυτήςamplificador, Amplificadores, dínamo de reforço - ηχοσύστημα - κασετόφωνο - συσκευή για σιντίCD player - βλ. CPU, κεντρική μονάδα επεξεργασίαςprocessador, Unidade Central de Processamento - circuitry (en) - contra-regra, detector - equalizador - electron lens, lens (en) - μίξερ, μείκτης ήχουmisturador - μόντεμmodem - μόνιτορ - monitor (en) - βοηθητικός εξοπλισμός υπολογιστή - παλμοσκόπιοoscilógrafo, osciloscópio - περιφερειακή μονάδα, περιφερειακή συσκευή, περιφερειακό υπολογιστήequipamento periférico, Periferico, periférico, Periféricos de computador - playback (en) - ραδιο-φωνογράφος - συσκευή παραποίησης τηλεφωνικών μηνυμάτωνaparelho de interferência - δέκτης, ραδιοτηλεοπτικός δέκτης, συσκευήaparelho, receptor - tape deck (en) - toca-fitas - τηλέφωνο, τηλεφωνικόςtelefone - television equipment, video equipment (en) - τερματικόterminal - μικροτσίπ, πλακίδιο ολοκληρωμένου κυκλώματος ηλεκτρονικών στοιχείων, τσιπάκιchip, CI, circuito integrado, microchip[Spéc.]

ηλεκτρικό κύκλωμα, κύκλωμαcircuito, circuito elétrico, Circuitos eletrônicos - ηλεκτρόδιοeléctrodo[Desc]

ηλεκτρονικός εξοπλισμός (n.)

-

 


   Publicidade ▼