Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

politique économique libérale (fr)[Classe]

doctrine économique fondée sur la monnaie (fr)[Classe]

comércio[ClasseHyper.]

échanges économiques (pris dans l'ensemble) (fr)[Classe]

(έμπορος), (λαθρέμπορος; (μικρο)πωλητής, (μικρο)πωλήτρια), (εμπορική επιχείρηση)(vendedor; comerciante; negociante), (máquina de vender; camelô), (empresa comercial)[termes liés]

commerce (en)[Domaine]

FinancialTransaction (en)[Domaine]

διεκπεραίωση, δοσοληψία, συναλλαγήefectuação, negócio, transação, transacção - ομάδα δράσηςação em grupo[Hyper.]

εμπορικός, ιδιωτικόςcomercial - μη εμπορικός - εμπορικός, επικερδήςcomercial, rentável - comercial[Dérivé]

διάθεσηatividade comercial, ato de comerciar, comércio, compra e venda, negócio, trato - αγοραπωλησία, ασχολία, δουλειές, εμπόριο, εργασίαcomércio, negócio - ανταλλαγή, συνάλλαγμαcâmbio, intercâmbio - introdução, Oferta pública inicial - εμπορική επιχείρησηcomércio, negócio - carriage trade, high-end clientele (en) - εισαγωγήimportação - exportação - μάρκετιγκ, μάρκετινγκ, τεχνική προώθησης προϊόντων στην αγοράMarketing - Distribuição - εμπορική συναλλαγήmerchandising, venda - διακίνηση, παράνομο εμπόριοtráfego, trânsito - αμοιβή, ανταπόδοση, εξόφληση, καταβολή, πληρωμήpagamento, regulamento - αποφυγή - διεκπεραίωση, δοσοληψία, συναλλαγήefectuação, negócio, transação, transacção - comércio electrónico, comércio eletrônico[Spéc.]

mercantil[Rel.]

εμπορεύομαιcomerciar, vender[GenV+comp]

comercial[Rel.App.]

μέσο μεταφοράς, φορτωτικήexpedição, transporte[Desc]

usance (en) - εμπορευματοποιώcomercializar - αγοράζωadquirir, atingir, comprar, obter - παίρνωadquirir, tomar - adquirir, comprar - clear (en) - turn (en) - negociate (en) - έχω προς πώληση, ανταλλάσσω έναντι χρημάτων, πουλώvender - sell short (en) - saldar - μεταπωλώ, πωλώ πάλιrevender - deaccession (en) - ξεφορτώνομαι, ξεφορτώνομαι κπ. με εξαπάτηση, πασάρω σε κπ.empurrar, iludir QUERY, impingir - realizar - βγάζω στο σφυρί, δημοπρατώleiloar - διεκπεραιώνω, διενεργώ, διεξάγωefectuar, efetuar, levar a cabo, negociar, realizar, tramitar, transacionar - ασχολούμαι με επιχειρήσεις, εμπορεύομαιnegociar - πουλώ λιανικάa retalho vender - sell wholesale, wholesale (en) - εκποιώ, ξεπουλάω, πουλώ όλο το εμπόρευμά μουvender, vender tudo - ανταλλαγή, δίνω σε αντάλλαγμαtrocar em pagamento parcial - εμπορεύομαι, συναλλάσσομαιnegociar - εμπορεύομαι - arbitrage (en) - κάνω τζίρο - broker (en) - εμπιστεύομαι - βρίσκω κπ. τυχαία, πετυχαίνωapanhar - barter away (en) - εμπορεύομαιcolocar no mercado, por à venda - vender - αποθεματοποιώ, εφοδιάζομαιabastecer, armazenar, fornecer, suprir - κάνω τα ψώνια μου, ψωνίζωfazer compras - market (en) - κατάστημαir às compras - comparison-shop (en) - antique (en) - κάνω λαθρεμπόριο, παίρνω ή στέλνω κτ. στα κρυφά, περνώ κτ. λαθραία, περνώ λαθραίαàs escondidas levar, fazer contrabando - εισάγωimportar - εξάγωexportar - βάζω ενέχυρο, ενεχυριάζωbotar no prego, empenhar - ΝL - privilegiar - vender a varejo - trade (en)[Domaine]

εμπορικός, ιδιωτικόςcomercial - μη εμπορικός[Dériv.]

câmbio (n.m.) • comércio (n.) • troca (n.f.) • εμπόριο (n.)

-

 


   Publicidade ▼