Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

arte aplicada, artesanato, artes e ofícios - cerâmicaκεραμική, κεραμική τέχνη - decalcomania (en) - decoupage (en) - desenhoσχεδιογραφία - glyptography (en) - gastronomia - Origami, origâmi QUERYχαρτογλυπτική - pinturaζωγραφική - perfumery (en) - Gravura - escultura, talhaγλυπτική - Topiária[Spéc.]

artistaκαλλιτέχνης, καλλιτέχνης του θεάματος[PersonneQuiFait]

artísticoκαλλιτεχνικός, που διαθέτει καλλιτεχνική φλέβα[Rel.App.]

artistically (en)[Dérivé]

pop, popularδημοφιλής, εκλαϊκευμένος, που έχει σχέση με την ποπ - cathartic, releasing (en) - actual, moderno - formalista - Americana (en) - arte, belas artesδεξιοτεχνία, καλές τέχνες, τέχνη - επιφάνεια ζωγραφικής - talaria (en) - vocabulary (en) - Estética, estéticoαισθητική, καλαισθησία - Chinês, cine, cinema, indústria cinematográfica - discurso, estilo, língua, linguagemστιλ, στυλ, τεχνοτροπία, ύφος - conjunto - exibição/exposição, exposição, Exposiçõesέκθεση - avaliador - teóricoθεωρητικός - tension (en) - estagnaçãoαδράνεια, στασιμότητα - longueur (en) - finger-paint (en) - pintar a frescoτοιχογραφώ - alterar, destemperar - iluminar - miniate, rubricate (en) - adornar, exibir, proclamarδιακοσμώ, διαφημίζω, εξυμώω - sculpt, sculpture (en) - pincelar, pintarζωγραφίζω - pintarζωγραφίζω - επιδιορθώνω - carregar sobreεπιτίθεμαι - figurarαναπαριστώ, απεικονίζω - pintar, representarαπεικονίζω - ilustrar - estilizarστυλιζάρω, συμμορφώ με ορισμένο ύφοσ - retratarαπεικονίζω, παριστάνω, προσωπογραφώ - retratar - desenharαποδίδω, εικονίζω, ζωγραφίζω - marcar com carvão - cartoon (en) - sombrearβάζω σκιά σε, κάνω κτ. πιο σκούρο - stipple (en) - watercolor, watercolour (en) - miniate (en) - modelar, plasmarέχω ως υπόδειγμα, διαμορφώνω, διαπλάθω, διαπλάσσω, πλάθω, σχηματοποιώ, φτιάχνω προπλάσματα - bosquejar, delinear, desenhar, esboçar, rascunharσκιτσάρω, σχεδιάζω - litografarλιθογράφω - silkscreen (en) - estamparαναπαράγω χρησιμοποιώντας στάμπα, πολυγραφώ, σταμπάρω - engrave, etch (en) - stipple (en) - desenhar com água-forte, gravarχαράζω με οξύ - aquatint (en) - fazer de modelo, pôr, posarκάνω το μοντέλο, ποζάρω - deaccession (en) - nonrepresentational (en)[Domaine]

arte (n.m.) • δεξιοτεχνία (n.) • δημιούργημα (n.) • επιτηδειότητα (n.f.) • τέχνη (n.f.)

-

 


   Publicidade ▼