Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αγγαρείαtrabalho; faina; frete[Classe]

trabalho[Classe]

(ζόρικος; βαρύς; ακατανόητος; κοπιώδης)(difícil; fastidioso; edifícil; exigente; duro), (dificuldade)[Caract.]

economy (en)[Domaine]

IntentionalProcess (en)[Domaine]

απασχόληση, δουλειά, εργασία, προϊόν εργασίας, πόστοemprego, tarefa, trabalho[Hyper.]

esforçar-se, penar - δουλεύω σαν σκλάβος, δυσκολεύομαι, εργάζομαι σκληρά ως ανειδίκευτος εργάτης, κοπιάζω, μου βγαίνει το λάδι στη δουλειά, πασχίζωesforçar-se, lidar, trabalhar - δύσκολος, εξαιρετικά κοπιώδης, εξαντλητικός, επίμοχθος, κοπιαστικός, κοπιώδης, κουραστικόςarduo, custoso, difícil, duro, estafante, exaustivo, laborioso, penoso, pesado, trabalhoso[Dérivé]

roping (en) - corvéia - άχαρη, αγγαρεία, βαρετή δουλειά, δουλειά ρουτίνας, μόχθος, σκλαβιά, σκληρή δουλειά, σκληρή εργασίαchatice, labuta, maçada, trabalheira, trabalho, trabalho pesado - άσκηση, επώδυνη προσπάθεια, κόπος, μόχθος, χρήσηcastigo, empenho, esforço, exercício, pena - κυνήγιCaça - hackwork (en) - haymaking (en) - trabalho manual - υπερβολική εργασίαexcesso de trabalho - σκληρή και άθλια αμειβόμενη εργασίαescravatura, Escravidão[Spéc.]

esforçar-se, penar - δουλεύω σαν σκλάβος, δυσκολεύομαι, εργάζομαι σκληρά ως ανειδίκευτος εργάτης, κοπιάζω, μου βγαίνει το λάδι στη δουλειά, πασχίζωesforçar-se, lidar, trabalhar[Dérivé]

mão-de-obra (n.) • δουλειά (n.) • εργασία (n.) • κάματος (n.)

-

 


   Publicidade ▼