Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

απλότησ, αφέλειαingenuidade, singeleza - αυθαιρεσία, ιδιοτροπία, παραξενιάarbitrário, capricho - ανοησίεσ, μωρολογία, πολυλογία, σαχλαμάρεσasneira, estupidez, mexerico - έπαρση, ματαιοδοξίαamor próprio, auto-estima, presunção, vaidade - αμελητέο, ανούσιες λεπτομέρειες, κάτι ασήμαντο, κτ. ασήμαντο και ευτελέςbagatela, minúcia, nulidade, uma insignificância - inanité (fr) - fantaisie (fr) - rogaton (fr) - λόγια του αέραpalavrório - menu fretin (fr) - pretintaille (fr) - αγορά φτηνόρουχων, επιδεικτικά ρούχα, ευθηνά, φανταχτερά κοσμήματαarrebique, bagatela, bugiganga, coisa ordinária, enfeites baratos, estilo oco, frivolidade, ninharia, ninharias, trastes, velharias - fiferlin, fifrelin (fr) - crotte de bique (fr) - vent (fr) - fétu (fr) - frivolité (fr) - réformette (fr) - demi-mesure (fr) - littérature (fr) - Epifenómeno, Epifenômeno - hochet (fr) - κενό, κενό αέρος, κενότησ, κενότηταvacuidade, vácuo, vazio - médaille en chocolat (fr) - dégobillage (fr) - ασημαντότητα, μηδαμινότητα, τεχνική λεπτομέρεια, τεχνικός όροςformalidades, minúncia, tecnicismo[Spéc.]

riens (fr) - un rien (fr)[Gén.]

petit gibier (fr)[Caract.]

-

 


   Publicidade ▼