» 

dicionario analógico

σεξουαλική επαφή; σεξουαλική πράξη; ζευγάρωμαrelações sexuais; relaçOes sexuais; acoplamento; emparelhamento; conjugação[Classe]

service; serve; tup (en)[Classe]

qui qualifie l'accouplement (fr)[Classe]

monter, couvrir une femelle (fr)[Classe]

(σεξουαλική επαφή; σεξουαλική πράξη), ((το)κάνω; (τον)παίρνω; έχω σεξουαλική επαφή; κάνω έρωτα; κοιμάμαι(με); πηδώ; συνευρίσκομαι; βιδώνω; ξεβιδώνω), ((το)κάνω; (τον)παίρνω; έχω σεξουαλική επαφή; κάνω έρωτα; κοιμάμαι(με); πηδώ; συνευρίσκομαι; βιδώνω; ξεβιδώνω)(relações sexuais; relaçOes sexuais), (dormir com; dormir (com); (des)aparafusar), (dormir com; dormir (com); (des)aparafusar)[Thème]

(be excited) (en)[Thème]

(μέσο αντισύλληψης; αντισυλληπτικό χάπι)(contraceptivo; anticoncepcional)[Thème]

émettre le sperme (fr)[Thème]

(σεξουαλική επαφή; σεξουαλική πράξη; ζευγάρωμα)(relações sexuais; relaçOes sexuais; acoplamento; emparelhamento; conjugação)[termes liés]

-